Definition
▶
σπίτι
spíti
Το σπίτι είναι ο χώρος όπου κατοικεί κάποιος και αισθάνεται ασφάλεια και άνεση.
Дом — это пространство, где кто-то живет и чувствует себя в безопасности и комфорте.
▶
Μου αρέσει να περνάω χρόνο στο σπίτι μου.
Мне нравится проводить время дома.
▶
Το σπίτι μας είναι κοντά στο σχολείο.
Наш дом находится рядом со школой.
▶
Αυτή η περιοχή έχει πολλά όμορφα σπίτια.
В этом районе много красивых домов.