Definition
▶
χαρά
chará
Η χαρά είναι μία ευχάριστη συναισθηματική κατάσταση που προκύπτει από ευχάριστες εμπειρίες ή γεγονότα.
Радость — это приятное эмоциональное состояние, возникающее от приятных переживаний или событий.
▶
Η χαρά της νίκης είναι ανεκτίμητη.
Радость победы неоценима.
▶
Τα παιδιά γελούσαν με χαρά στο πάρκο.
Дети смеялись от радости в парке.
▶
Η χαρά της συνάντησής μας ήταν μεγάλη.
Радость нашей встречи была велика.