Definition
▶
συναντώ
synandó
Συναντώ σημαίνει να βλέπω ή να συναντώ κάποιον σε μια συγκεκριμένη στιγμή ή τόπο.
Встречать означает видеть или встречаться с кем-то в определенный момент или месте.
▶
Σήμερα θα συναντήσω την φίλη μου στο καφέ.
Сегодня я встречу свою подругу в кафе.
▶
Χτες συνάντησα τυχαία τον παλιό μου καθηγητή.
Вчера я случайно встретил своего старого преподавателя.
▶
Αύριο θα συναντήσουμε την οικογένειά μας για δείπνο.
Завтра мы встретим нашу семью на ужин.