Definition
▶
δεξιά
dexiá
Η λέξη 'δεξιά' αναφέρεται στην κατεύθυνση που βρίσκεται από την πλευρά του ανθρώπου όταν κοιτάζει μπροστά, αντίθετα από την αριστερή πλευρά.
Слово 'δεξιά' относится к направлению, которое находится с правой стороны человека, когда он смотрит вперед, противоположно левой стороне.
▶
Η πόρτα είναι δεξιά από το παράθυρο.
Дверь находится справа от окна.
▶
Στρίψε δεξιά στη γωνία.
Поверни направо на углу.
▶
Η δεξιά πλευρά του δρόμου είναι κλειστή.
Правая сторона дороги закрыта.