Definition
▶
σταθμός
stathmós
Ο σταθμός είναι ένα μέρος όπου οι επιβάτες μπορούν να επιβιβαστούν ή να αποβιβαστούν από τρένα ή άλλα μεταφορικά μέσα.
Станция — это место, где пассажиры могут сесть или выйти из поездов или других транспортных средств.
▶
Ο σταθμός του μετρό είναι πολύ κοντά στο σπίτι μου.
Станция метро находится очень близко к моему дому.
▶
Περιμένω το τρένο στον σταθμό.
Я жду поезд на станции.
▶
Οι επιβάτες πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν περπατούν κοντά στον σταθμό.
Пассажирам следует быть осторожными, когда они идут рядом со станцией.