Definition
▶
λεωφορείο
leoforeío
Το λεωφορείο είναι ένα μέσο δημόσιας συγκοινωνίας που μεταφέρει επιβάτες σε καθορισμένες διαδρομές.
Автобус — это средство общественного транспорта, которое перевозит пассажиров по установленным маршрутам.
▶
Περιμένω το λεωφορείο στη στάση.
Я жду автобус на остановке.
▶
Το λεωφορείο φεύγει κάθε μισή ώρα.
Автобус уходит каждые полчаса.
▶
Χρειαζόμαστε λεωφορείο για να πάμε στο σχολείο.
Нам нужен автобус, чтобы поехать в школу.