Definition
▶
αξιοθέατο
axio théato
Αξιοθέατο είναι ένα μέρος ή ένα αντικείμενο που προσελκύει την προσοχή των επισκεπτών λόγω της ομορφιάς ή της ιστορίας του.
Достопримечательность - это место или объект, который привлекает внимание посетителей своей красотой или историей.
▶
Το Παρθενώνα είναι ένα από τα πιο γνωστά αξιοθέατα της Αθήνας.
Парфенон — это одна из самых известных достопримечательностей Афин.
▶
Η πόλη έχει πολλά αξιοθέατα που αξίζει να επισκεφθείς.
В городе много достопримечательностей, которые стоит посетить.
▶
Το αξιοθέατο αυτό προσελκύει τουρίστες από όλο τον κόσμο.
Эта достопримечательность привлекает туристов со всего мира.