Definition
▶
ενοικίαση
enoikíasi
Η ενοικίαση είναι η διαδικασία κατά την οποία κάποιος νοικιάζει ένα ακίνητο ή χώρο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως με αντάλλαγμα χρηματική αποζημίωση.
Аренда - это процесс, при котором кто-то арендует недвижимость или помещение на определенный срок, обычно за денежное вознаграждение.
▶
Η ενοικίαση του διαμερίσματος γίνεται για τουλάχιστον ένα χρόνο.
Аренда квартиры осуществляется как минимум на год.
▶
Η ενοικίαση ενός γραφείου μπορεί να είναι ακριβή στην πόλη.
Аренда офиса может быть дорогой в городе.
▶
Πρέπει να υπογράψουμε το συμβόλαιο ενοικίασης πριν μετακομίσουμε.
Мы должны подписать договор аренды перед тем, как переехать.