Definition
▶
παροχή
parochí
Η παροχή είναι η διαδικασία ή η πράξη της προσφοράς ή της διάθεσης πόρων ή υπηρεσιών.
Предоставление — это процесс или действие предложения или распределения ресурсов или услуг.
▶
Η παροχή τροφίμων σε όσους έχουν ανάγκη είναι πολύ σημαντική.
Предоставление продуктов питания нуждающимся очень важно.
▶
Η εταιρεία εξασφαλίζει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για όλους τους πελάτες της.
Компания обеспечивает предоставление электроэнергии для всех своих клиентов.
▶
Η παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης είναι βασική για την ευημερία της κοινωνίας.
Предоставление медицинских услуг является основополагающим для благосостояния общества.