Definition
▶
εξυπηρέτηση
exypiretísi
Η εξυπηρέτηση είναι η παροχή βοήθειας ή υπηρεσιών σε κάποιον, συνήθως σε επαγγελματικό πλαίσιο.
Сервис — это предоставление помощи или услуг кому-то, обычно в профессиональном контексте.
▶
Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν εξαιρετική.
Сервис в ресторане был отличным.
▶
Η εξυπηρέτηση πελατών είναι το πιο σημαντικό τμήμα της επιχείρησης.
Обслуживание клиентов — это самая важная часть бизнеса.
▶
Χρειάζομαι βοήθεια σχετικά με την εξυπηρέτηση του λογαριασμού μου.
Мне нужна помощь с обслуживанием моего счета.