Definition
▶
μαζί
mazi
Η λέξη 'μαζί' αναφέρεται στην έννοια της συνύπαρξης ή της συνεργασίας δύο ή περισσότερων ατόμων ή αντικειμένων.
Слово 'μαζί' относится к понятию сосуществования или сотрудничества двух или более людей или объектов.
▶
Θα πάμε μαζί στο πάρκο.
Мы пойдем вместе в парк.
▶
Εργαζόμαστε μαζί σε αυτό το πρότζεκτ.
Мы работаем вместе над этим проектом.
▶
Μαζί μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα.
Вместе мы можем достичь большего.