Definition
▶
κατανοώ
katanoo
Η κατανοώ σημαίνει ότι συλλαμβάνω την έννοια ή την ιδέα κάποιου πράγματος.
Я понимаю, что я воспринимаю значение или идею чего-то.
▶
Κατανοώ τις σκέψεις σου και συμφωνώ μαζί τους.
Я понимаю твои мысли и согласен с ними.
▶
Είναι σημαντικό να κατανοούμε τους άλλους.
Важно понимать других.
▶
Η δασκάλα προσπαθεί να κατανοήσει τις ανάγκες των μαθητών.
Учительница пытается понять потребности учеников.