Definition
▶
συγκίνηση
singinisi
Η συγκίνηση είναι η έντονη συναισθηματική αντίδραση που προκαλείται από γεγονότα ή καταστάσεις.
Эмоция - это сильная эмоциональная реакция, вызванная событиями или ситуациями.
▶
Η συγκίνηση που ένιωσα κατά την ταινία με έκανε να κλάψω.
Эмоция, которую я почувствовал во время фильма, заставила меня плакать.
▶
Η συγκίνηση της στιγμής με έκαναν να καταλάβω πόσο σημαντική είναι η οικογένεια.
Эмоция момента заставила меня понять, как важна семья.
▶
Η συγκίνηση του γάμου τους ήταν εμφανής σε όλους τους καλεσμένους.
Эмоция их свадьбы была очевидна для всех гостей.