Definition
▶
προτιμώ
protimó
Ο όρος 'προτιμώ' αναφέρεται στην προτίμηση ή την επιλογή ενός πράγματος ή καταστάσεως έναντι άλλου.
Термин 'προτιμώ' относится к предпочтению или выбору одного предмета или состояния по сравнению с другим.
▶
Προτιμώ τον καφέ από το τσάι.
Я предпочитаю кофе чаю.
▶
Σήμερα προτιμώ να μείνω σπίτι.
Сегодня я предпочитаю остаться дома.
▶
Προτιμάς να διαβάσεις το βιβλίο ή να δεις την ταινία;
Ты предпочитаешь прочитать книгу или посмотреть фильм?