Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη προκαλώ σημαίνει να δημιουργώ μία αιτία ή να προκαλώ μία κατάσταση.
Слово 'прокалло' означает создавать причину или вызывать ситуацию.
▶
Η καταιγίδα προκαλεί πολλές ζημιές.
Шторм вызывает много повреждений.
▶
Η έλλειψη προσοχής μπορεί να προκαλέσει ατυχήματα.
Недостаток внимания может вызвать несчастные случаи.
▶
Οι ερευνητές προκαλούν νέες θεωρίες με τα πειράματά τους.
Исследователи вызывают новые теории своими экспериментами.