Definition
▶
καταξίωση
kataksíosi
Η καταξίωση είναι η αναγνώριση και η αποδοχή της αξίας ή των ικανοτήτων κάποιου από τους άλλους.
Признание — это признание и принятие ценности или способностей кого-либо другими.
▶
Η καταξίωση του καλλιτέχνη ήρθε μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς.
Признание художника пришло после многих лет упорного труда.
▶
Η κοινωνία του έδωσε την καταξίωση που του άξιζε.
Общество дало ему признание, которого он заслуживал.
▶
Η καταξίωση των επιστημονικών επιτευγμάτων είναι ζωτικής σημασίας για την πρόοδο.
Признание научных достижений имеет жизненно важное значение для прогресса.