Definition
▶
ενθουσιώδης
enthousiódis
Ενθουσιώδης είναι αυτός που εκφράζει έντονο ενθουσιασμό ή πάθος για κάτι.
Энтузиаст — это тот, кто выражает сильный энтузиазм или страсть к чему-либо.
▶
Ο Γιώργος είναι ενθουσιώδης για την καινούργια του δουλειά.
Георгиус в восторге от своей новой работы.
▶
Η ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού έκανε την εκδήλωση ακόμα πιο επιτυχημένη.
Восторженная реакция публики сделала мероприятие еще более успешным.
▶
Η ενθουσιώδης ομάδα εργαζομένων ολοκλήρωσε το έργο νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Восторженная команда работников завершила проект раньше, чем ожидалось.