Definition
▶
προβλέπω
provlépω
Η πρόβλεψη ενός γεγονότος πριν συμβεί.
Предсказание события до его наступления.
▶
Προβλέπω ότι θα βραχεί σήμερα.
Я предвижу, что сегодня будет дождь.
▶
Μπορώ να προβλέψω την έκβαση της συνάντησης.
Я могу предсказать исход встречи.
▶
Η ικανότητα να προβλέπεις το μέλλον είναι σπάνια.
Способность предсказывать будущее редка.