Definition
▶
καθισμένος
kathisménos
Ο όρος 'καθισμένος' αναφέρεται σε κάποιον που βρίσκεται σε καθιστή θέση.
Слово 'καθισμένος' относится к человеку, который находится в сидячем положении.
▶
Ο παππούς είναι καθισμένος στην πολυθρόνα.
Дедушка сидит в кресле.
▶
Τα παιδιά είναι καθισμένα στο πάτωμα και παίζουν.
Дети сидят на полу и играют.
▶
Η δασκάλα ζήτησε από τους μαθητές να είναι καθισμένοι στα θρανία τους.
Учительница попросила учеников сидеть за своими партами.