Definition
▶
αποφασίζω
apofasízo
Αποφασίζω σημαίνει να λαμβάνω μια απόφαση ή να καθορίζω κάτι.
Принимать решение или определять что-то.
▶
Πρέπει να αποφασίσω αν θα πάω διακοπές φέτος.
Мне нужно решить, поеду ли я в отпуск в этом году.
▶
Αποφασίζουμε μαζί για το μέλλον της επιχείρησης.
Мы решаем вместе о будущем бизнеса.
▶
Η Μαρία αποφάσισε να αλλάξει δουλειά.
Мария решила поменять работу.