Definition
▶
αξιοπιστία
axiopistía
Η αξιοπιστία αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου ή ενός συστήματος να παρέχει αξιόπιστες και ακριβείς πληροφορίες ή υπηρεσίες.
Достоверность относится к способности человека или системы предоставлять надежную и точную информацию или услуги.
▶
Η αξιοπιστία των πληροφοριών είναι κρίσιμη για την έρευνα.
Достоверность информации критически важна для исследования.
▶
Η εταιρεία έχει κερδίσει την αξιοπιστία της στην αγορά.
Компания завоевала свою надежность на рынке.
▶
Η αξιοπιστία των μαρτύρων ήταν καθοριστική για την απόφαση του δικαστηρίου.
Достоверность свидетелей была решающей для решения суда.