Definition
▶
ανεξαρτησία
anexartisía
Η ανεξαρτησία είναι η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ή ένα κράτος λειτουργεί χωρίς εξωτερική επιρροή ή έλεγχο.
Независимость — это состояние, при котором человек или государство действует без внешнего влияния или контроля.
▶
Η ανεξαρτησία της χώρας κερδήθηκε μετά από πολλούς αγώνες.
Независимость страны была завоевана после многих сражений.
▶
Η ανεξαρτησία του ατόμου είναι θεμελιώδης για την ελευθερία.
Независимость личности является основополагающей для свободы.
▶
Η φεμινιστική κίνηση προώθησε την ανεξαρτησία των γυναικών.
Феминистское движение способствовало независимости женщин.