Definition
▶
ενσυναίσθηση
ensynésthisi
Η ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε και να αισθανόμαστε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων.
Эмпатия — это способность понимать и чувствовать эмоции других людей.
▶
Η ενσυναίσθηση είναι σημαντική για να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις.
Эмпатия важна для создания здоровых отношений.
▶
Η ενσυναίσθηση μας βοηθά να στηρίξουμε τους φίλους μας σε δύσκολες στιγμές.
Эмпатия помогает нам поддерживать наших друзей в трудные времена.
▶
Χρειαζόμαστε περισσότερη ενσυναίσθηση στον κόσμο μας σήμερα.
Нам нужно больше эмпатии в нашем мире сегодня.