Definition
▶
νοσταλγία
nostalgía
Η νοσταλγία είναι το συναίσθημα της επιθυμίας να επιστρέψει κανείς σε στιγμές ή τόπους του παρελθόντος που του προκαλούν ευχάριστες αναμνήσεις.
Ностальгия — это чувство желания вернуться в моменты или места прошлого, которые вызывают у человека приятные воспоминания.
▶
Κάθε φορά που ακούω αυτή τη μουσική, με πλημμυρίζει νοσταλγία για τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας.
Каждый раз, когда я слышу эту музыку, меня наполняет ностальгия по летам моего детства.
▶
Η νοσταλγία για την πατρίδα του τον οδήγησε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από πολλά χρόνια.
Ностальгия по родине заставила его вернуться в Грецию после многих лет.
▶
Αισθάνομαι νοσταλγία κάθε φορά που βλέπω παλιές φωτογραφίες από τις διακοπές μας.
Я чувствую ностальгию каждый раз, когда смотрю старые фотографии с наших отпусков.