Definition
▶
εργασία
ergasia
Η εργασία είναι η διαδικασία εκτέλεσης κάποιου έργου ή καθήκοντος, συνήθως με σκοπό την παραγωγή ή την επίτευξη ενός στόχου.
Работа — это процесс выполнения какого-либо задания или обязанности, обычно с целью производства или достижения какой-либо цели.
▶
Η εργασία μου απαιτεί πολλή προσοχή.
Моя работа требует много внимания.
▶
Ο Γιάννης ολοκλήρωσε την εργασία του νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Яннис закончил свою работу раньше, чем ожидалось.
▶
Η εργασία στο γραφείο είναι απαιτητική, αλλά και ενδιαφέρουσα.
Работа в офисе требовательна, но и интересна.