Definition
▶
φαρμακείο
farmakeio
Φαρμακείο είναι το κατάστημα όπου πωλούνται φάρμακα και άλλα προϊόντα υγείας.
Аптека — это магазин, где продаются лекарства и другие товары для здоровья.
▶
Πρέπει να πάω στο φαρμακείο για να αγοράσω ασπιρίνη.
Мне нужно сходить в аптеку, чтобы купить аспирин.
▶
Το φαρμακείο έχει και καλλυντικά προϊόντα.
В аптеке также есть косметические продукты.
▶
Η φαρμακοποιός με βοήθησε να βρω το σωστό φάρμακο στο φαρμακείο.
Аптекарь помог мне найти правильное лекарство в аптеке.