Definition
▶
ταλέντο
talento
Το ταλέντο είναι η φυσική ικανότητα ή η ταλέντο που έχει κάποιος σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή τομέα.
Талант — это природная способность или дар, который есть у человека в определенной деятельности или области.
▶
Ο Γιάννης έχει μεγάλο ταλέντο στη μουσική.
Яннис обладает большим талантом в музыке.
▶
Η Μαρία δείχνει ταλέντο στη ζωγραφική από μικρή ηλικία.
Мария проявляет талант в живописи с раннего возраста.
▶
Ο καθηγητής αναγνώρισε το ταλέντο του μαθητή στα μαθηματικά.
Учитель признал талант ученика в математике.