Definition
▶
ήσυχος
isychos
Ο ήσυχος είναι αυτός που δεν κάνει θόρυβο ή είναι σε κατάσταση ησυχίας.
Тихий — это тот, кто не создает шума или находится в состоянии спокойствия.
▶
Ο Νίκος είναι ήσυχος όταν διαβάζει το βιβλίο του.
Никос тихий, когда читает свою книгу.
▶
Η ήσυχη γωνιά του πάρκου είναι ιδανική για να χαλαρώσεις.
Тихий уголок парка идеально подходит для отдыха.
▶
Πρέπει να είμαστε ήσυχοι στη βιβλιοθήκη.
Мы должны быть тихими в библиотеке.