Definition
▶
σύγκρουση
syngrousi
Η σύγκρουση είναι η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες πλευρές έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα ή απόψεις, οδηγώντας σε αντιπαράθεση ή διαμάχη.
Конфликт — это состояние, в котором две или более стороны имеют противоречивые интересы или мнения, что приводит к противостоянию или спору.
▶
Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο χώρες κλιμακώθηκε τις τελευταίες εβδομάδες.
Конфликт между двумя странами обострился в последние недели.
▶
Η οικογένεια προσπαθεί να επιλύσει τη σύγκρουση που έχει προκύψει λόγω διαφωνιών.
Семья пытается разрешить конфликт, возникший из-за разногласий.
▶
Η σύγκρουση στο χώρο εργασίας μπορεί να επηρεάσει τη συνολική παραγωγικότητα.
Конфликт на рабочем месте может повлиять на общую продуктивность.