Definition
▶
αποκάλυψη
apokalipsi
Η αποκάλυψη είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αποκαλύψεως κάτι που ήταν κρυφό ή άγνωστο.
Откровение — это процесс или результат раскрытия чего-то, что было скрыто или неизвестно.
▶
Η αποκάλυψη της αλήθειας μας συγκλόνισε όλους.
Откровение правды потрясло нас всех.
▶
Η αποκάλυψη του μυστικού έγινε σε μια δημόσια εκδήλωση.
Откровение секрета произошло на публичном мероприятии.
▶
Πολλοί περιμένουν την αποκάλυψη των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων.
Многие ждут откровения новых научных открытий.