Definition
▶
κατακλυσμός
kataklysmós
Ο κατακλυσμός είναι μια εκτενής και καταστροφική πλημμύρα που προκαλεί σοβαρές ζημιές σε περιοχές.
Наводнение - это обширный и разрушительный поток воды, который наносит серьезный ущерб районам.
▶
Ο κατακλυσμός που προκλήθηκε από τις συνεχείς βροχές κατέστρεψε πολλές καλλιέργειες.
Наводнение, вызванное постоянными дождями, уничтожило многие посевы.
▶
Μετά τον κατακλυσμό, οι κάτοικοι χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους.
После наводнения жителям пришлось покинуть свои дома.
▶
Ο κατακλυσμός του 1927 θεωρείται μία από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές στην ιστορία της περιοχής.
Наводнение 1927 года считается одной из худших природных катастроф в истории региона.