Definition
▶
προπόνηση
proponisi
Η προπόνηση είναι η διαδικασία εκπαίδευσης και βελτίωσης των σωματικών ικανοτήτων μέσω συγκεκριμένων ασκήσεων ή προγραμμάτων.
Тренировка — это процесс обучения и улучшения физических способностей через специальные упражнения или программы.
▶
Η προπόνηση για τον μαραθώνιο απαιτεί καθημερινή αφοσίωση.
Тренировка для марафона требует ежедневной преданности.
▶
Πρέπει να κάνω προπόνηση πριν από τον αγώνα.
Мне нужно пройти тренировку перед соревнованием.
▶
Η προπόνηση στο γυμναστήριο με βοήθησε να βελτιώσω την αντοχή μου.
Тренировка в спортзале помогла мне улучшить мою выносливость.