Definition
▶
παραδοξότητα
paradoxotita
Η παραδοξότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι παράξενο ή ασυνήθιστο.
Парадоксальность — это состояние или качество чего-то странного или необычного.
▶
Η παραδοξότητα της κατάστασης μας έκανε να αναρωτηθούμε.
Парадоксальность нашей ситуации заставила нас задуматься.
▶
Η παραδοξότητα της τέχνης του μου άρεσε ιδιαίτερα.
Парадоксальность его искусства мне особенно понравилась.
▶
Η παραδοξότητα των γεγονότων ήταν αναπάντεχη.
Парадоксальность событий была неожиданной.