Definition
▶
χαοτικός
chaotikos
Ο όρος 'χαοτικός' αναφέρεται σε μια κατάσταση που είναι ασταθής, απρόβλεπτη και χωρίς οργάνωση.
Термин 'хаотичный' относится к состоянию, которое нестабильно, непредсказуемо и неорганизовано.
▶
Η κυκλοφορία στην πόλη ήταν χαοτική κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Движение в городе было хаотичным во время шторма.
▶
Ο σχεδιασμός του έργου ήταν τόσο χαοτικός που κανείς δεν ήξερε τι να κάνει.
Дизайн проекта был настолько хаотичным, что никто не знал, что делать.
▶
Η κατάσταση στο σχολείο έγινε χαοτική με την ανακοίνωση της απεργίας.
Ситуация в школе стала хаотичной с объявлением забастовки.