Definition
▶
δομή
domi
Η δομή είναι η οργάνωση και η διάταξη των στοιχείων ενός συστήματος ή αντικειμένου.
Структура — это организация и расположение элементов системы или объекта.
▶
Η δομή του κτιρίου είναι εντυπωσιακή.
Структура здания впечатляет.
▶
Η κοινωνική δομή της χώρας έχει αλλάξει σημαντικά.
Социальная структура страны значительно изменилась.
▶
Πρέπει να κατανοήσουμε τη δομή της γλώσσας για να τη μάθουμε καλύτερα.
Мы должны понять структуру языка, чтобы лучше его изучить.