Definition
▶
διαλεκτικός
dialektikós
Ο διαλεκτικός είναι αυτός που έχει επιδεξιότητα στη συζήτηση και την επιχειρηματολογία.
Диалектический — это тот, кто умеет вести дискуссию и аргументацию.
▶
Ο Γιάννης είναι διαλεκτικός και πάντα κερδίζει τις συζητήσεις.
Яннис диалектический и всегда выигрывает споры.
▶
Η διαλεκτική του στυλ τον έκανε δημοφιλή στις αντιπαραθέσεις.
Его диалектический стиль сделал его популярным в спорах.
▶
Πρέπει να είσαι διαλεκτικός για να υποστηρίξεις τη θέση σου.
Ты должен быть диалектическим, чтобы защитить свою позицию.