Definition
▶
γνώση
gnósi
Η γνώση είναι η κατανόηση και η επίγνωση θεμάτων ή πληροφοριών μέσω της εκπαίδευσης ή της εμπειρίας.
Знание — это понимание и осознание тем или информации через образование или опыт.
▶
Η γνώση είναι δύναμη στην εργασία.
Знание — это сила на работе.
▶
Η διά βίου μάθηση είναι σημαντική για την απόκτηση γνώσης.
Постоянное обучение важно для получения знаний.
▶
Η γνώση της ιστορίας μας βοηθά να κατανοούμε τον κόσμο.
Знание истории помогает нам понимать мир.