Definition
▶
ματαιότητα
mataiótita
Η ματαιότητα είναι η υπερβολική ενασχόληση με την εξωτερική εμφάνιση και την κοινωνική αποδοχή, που συχνά οδηγεί σε κενότητα και αίσθημα ανικανοποίητου.
Тщеславие — это чрезмерное увлечение внешним видом и социальной приемлемостью, что часто приводит к пустоте и чувству неудовлетворенности.
▶
Η ματαιότητα της κοινωνίας μας έχει δημιουργήσει πολλούς επιφανειακούς ανθρώπους.
Тщеславие нашего общества создало много поверхностных людей.
▶
Πρέπει να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα και να εκτιμήσουμε την εσωτερική ομορφιά.
Мы должны преодолеть тщеславие и оценить внутреннюю красоту.
▶
Η ματαιότητα δεν φέρνει ευτυχία, αλλά μόνο προσωρινές ικανοποιήσεις.
Тщеславие не приносит счастья, а только временные удовольствия.