Definition
▶
ευφυΐα
evfyiía
Η ευφυΐα είναι η ικανότητα του ανθρώπου να σκέφτεται, να κατανοεί και να λύνει προβλήματα.
Интеллект — это способность человека мыслить, понимать и решать проблемы.
▶
Η ευφυΐα του Γιάννη τον βοήθησε να βρει λύσεις σε δύσκολα προβλήματα.
Интеллект Яниса помог ему найти решения сложных проблем.
▶
Στην εξεταστική, η ευφυΐα είναι σημαντική για να περάσεις τα μαθήματα.
На экзаменах интеллект важен, чтобы сдать предметы.
▶
Η ευφυΐα της Μαρίας την έκανε να διαπρέπει στη δουλειά της.
Интеллект Марии позволил ей преуспеть на работе.