Definition
▶
ωραίος
oraíos
Ο όρος 'ωραίος' αναφέρεται σε κάτι που είναι ευχάριστο ή ελκυστικό στην εμφάνιση ή την ποιότητα.
Слово 'ωραίος' относится к чему-то, что приятно или привлекательно по внешнему виду или качеству.
▶
Αυτή η εικόνα είναι πολύ ωραία.
Это изображение очень красивое.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι ωραίος για μια βόλτα.
Сегодня погода прекрасная для прогулки.
▶
Η νέα ταινία ήταν ωραία και αξίζει να την δεις.
Новый фильм был красивым и стоит его посмотреть.