Definition
▶
απλός
aplós
Ο όρος 'απλός' αναφέρεται σε κάτι που είναι εύκολο στην κατανόηση ή στην εκτέλεση, χωρίς περίπλοκες λεπτομέρειες.
Термин 'απλός' относится к чему-то, что легко понять или выполнить, без сложных деталей.
▶
Η συνταγή αυτή είναι πολύ απλή και μπορεί να την φτιάξει ο καθένας.
Этот рецепт очень простой, и его может приготовить каждый.
▶
Προτιμώ τις απλές λύσεις στα προβλήματα.
Я предпочитаю простые решения для проблем.
▶
Η ζωή είναι πιο όμορφη όταν είναι απλή.
Жизнь красивее, когда она проста.