Definition
▶
αποσύνθεση
aposýnthesi
Η αποσύνθεση είναι η διαδικασία κατά την οποία ένα οργανικό ή ανόργανο υλικό διασπάται σε απλούστερες μορφές.
Разложение — это процесс, в котором органический или неорганический материал распадается на более простые формы.
▶
Η αποσύνθεση των φυτικών υπολειμμάτων είναι σημαντική για το έδαφος.
Разложение растительных остатков важно для почвы.
▶
Η αποσύνθεση των οργανικών υλικών συμβαίνει με τη βοήθεια μικροοργανισμών.
Разложение органических материалов происходит с помощью микроорганизмов.
▶
Η αποσύνθεση μπορεί να διαρκέσει πολλές εβδομάδες ανάλογα με τις συνθήκες.
Разложение может длиться несколько недель в зависимости от условий.