Definition
▶
Ένα
Ένα είναι το άρθρο που δηλώνει ένα αόριστο αντικείμενο, χρησιμοποιούμενο για να προσδιορίσει κάτι που δεν έχει προσδιοριστεί προηγουμένως.
One is the article that indicates an indefinite object, used to specify something that has not been previously identified.
▶
Έχω ένα βιβλίο στο γραφείο.
I have a book on the desk.
▶
Θέλω ένα φλιτζάνι καφέ.
I want a cup of coffee.
▶
Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα;
Can you give me an example?