Definition
▶
μητέρα
Η μητέρα είναι το γυναικείο πρόσωπο που έχει γεννήσει ή αναθρέφει ένα παιδί.
The mother is the female figure who has given birth to or raised a child.
▶
Η μητέρα μου είναι η καλύτερή μου φίλη.
My mother is my best friend.
▶
Κάθε Κυριακή πηγαίνουμε για μεσημεριανό με τη μητέρα.
Every Sunday we go for lunch with mother.
▶
Η μητέρα μου με υποστηρίζει σε όλα.
My mother supports me in everything.