Definition
▶
καλύτερα
Η λέξη 'καλύτερα' αναφέρεται σε μια κατάσταση που είναι πιο ευνοϊκή ή επιθυμητή σε σύγκριση με μια άλλη.
The word 'better' refers to a condition that is more favorable or desirable compared to another.
▶
Αυτό το εστιατόριο έχει καλύτερα φαγητά από το προηγούμενο.
This restaurant has better food than the previous one.
▶
Πρέπει να κάνεις καλύτερα μαθήματα για να περάσεις τις εξετάσεις.
You need to do better studies to pass the exams.
▶
Είναι καλύτερα να φύγουμε νωρίς για να αποφύγουμε την κίνηση.
It is better to leave early to avoid traffic.