Definition
▶
ομορφιά
omorfiá
Η ομορφιά είναι η ποιότητα που προκαλεί ευχαρίστηση ή θαυμασμό στην όραση ή στην αισθητική.
Beauty is the quality that causes pleasure or admiration in sight or aesthetics.
▶
Η ομορφιά του τοπίου μας άφησε άφωνους.
The beauty of the landscape left us speechless.
▶
Η ομορφιά της τέχνης μπορεί να μας αγγίξει βαθιά.
The beauty of art can touch us deeply.
▶
Η ομορφιά της φύσης είναι απαράμιλλη.
The beauty of nature is unmatched.