Definition
▶
εμπιστοσύνη
empistosýni
Η εμπιστοσύνη είναι η πεποίθηση ότι κάποιος ή κάτι είναι αξιόπιστο και μπορεί να υποστηρίξει τις προσδοκίες μας.
Confidence is the belief that someone or something is reliable and can support our expectations.
▶
Έχω εμπιστοσύνη στον φίλο μου ότι θα με βοηθήσει.
I have confidence in my friend that he will help me.
▶
Η εμπιστοσύνη στην ομάδα μας είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
Confidence in our team is essential for success.
▶
Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας μας βοηθά να ξεπερνάμε τις προκλήσεις.
Confidence in ourselves helps us overcome challenges.