Definition
▶
υποστήριξη
ypostírixi
Η υποστήριξη είναι η βοήθεια ή η στήριξη που παρέχεται σε κάποιον ή σε κάτι.
Support is the assistance or backing provided to someone or something.
▶
Η υποστήριξη από τους φίλους μου με βοήθησε να ξεπεράσω τις δυσκολίες.
The support from my friends helped me overcome difficulties.
▶
Η κυβέρνηση παρέχει οικονομική υποστήριξη σε μικρές επιχειρήσεις.
The government provides financial support to small businesses.
▶
Η υποστήριξη των γονιών είναι σημαντική για την ανάπτυξη των παιδιών.
The support of parents is important for the development of children.