Definition
▶
χαρούμενος
charoúmenos
Χαρούμενος είναι αυτός που νιώθει ευτυχία και ικανοποίηση.
Cheerful is someone who feels happiness and satisfaction.
▶
Ο Γιάννης είναι πάντα χαρούμενος όταν παίζει με τους φίλους του.
Yannis is always cheerful when playing with his friends.
▶
Η χαρούμενη ατμόσφαιρα της γιορτής έκανε όλους να χαμογελούν.
The cheerful atmosphere of the celebration made everyone smile.
▶
Η δασκάλα ήταν χαρούμενη όταν είδε τους μαθητές της να επιτυγχάνουν.
The teacher was cheerful when she saw her students succeed.