Definition
▶
αμφιβολία
amfivolía
Η αμφιβολία είναι η κατάσταση του να μην είσαι σίγουρος για κάτι ή να έχεις ανασφάλεια σχετικά με μια απόφαση ή άποψη.
Doubt is the state of being unsure about something or having insecurity regarding a decision or opinion.
▶
Έχω αμφιβολία αν πρέπει να αποδεχτώ την προσφορά εργασίας.
I have doubt about whether I should accept the job offer.
▶
Η αμφιβολία του για την επιλογή του τον έκανε να ξανασκεφτεί την απόφασή του.
His doubt about his choice made him reconsider his decision.
▶
Δεν πρέπει να αφήνουμε την αμφιβολία να μας εμποδίζει να προχωρήσουμε.
We should not let doubt prevent us from moving forward.